του Γιάννη Μητσόπουλου
Τα Γιάννενα απελευθερώθηκαν κατά τον Δεύτερο βαλκανικό πόλεμο το 1913. Για να μπει ο απελευθερωτικός στρατός στην πόλη δόθηκαν σκληρές μάχες που διήρκησαν πέντε μήνες. Διάφορες πηγές αναφέρουν πως οι καίριες επιθέσεις των Ελλήνων συντονίστηκαν ύστερα από πληροφορίες πολιτών που ήρθαν εκ των έσω. Στις τάξεις αυτών των κατασκόπων θα λέγαμε, ανήκε και ο Νικολάκη Εφέντης, ο υπασπιστής του Τούρκου διοικητή, Γκολτς Πασά, του οχυρού στο Μπιζάνι.
Η θέση στο Μπιζάνι αποτελούσε ένα μεγάλο αγκάθι για την στρατιωτική ηγεσία των Ελλήνων, μιας και οι υπερασπιστές του είχαν καταφέρει να αποκρούσουν πολλές επιθέσεις και να καθυστερήσουν τα σχέδια των επιτιθέμενων.
Οι Έλληνες κατέληξαν στον Νικολάκη Εφέντη, έπειτα από μια μυστική σύσκεψη που έγινε μεταξύ του Νικολάου Χαντέλη (υποπρόξενος στα Γιάννενα), του τότε Μητροπολίτη Γεβρασίου και του Αθανάσιου Τσεκούρα. Υπό την σκέπη της Μητρόπολης Ιωαννίνων αποφασίστηκε να προσεγγίσουν τον Νικολάκη Εφέντη, μηχανικό σπουδαγμένο στη Γερμανία, και να ζητήσουν τη συνεργασία του, με τον Αθανάσιο Τσεκούρα να είναι εκείνος που έδρασε σαν σύνδεσμος.

Η ελληνική πλευρά κατάφερε να έρθει σε επαφή μαζί του και ο Μητροπολίτης επέμεινε στην καταγωγή του Νικολάκη Εφέντη για να τον πείσει να συνεργαστεί και να καταφέρουν έτσι να δημιουργήσουν ένα ρήγμα στο απόρθητο φρούριο.
Ο Τούρκος στρατιωτικός πείστηκε να συνεργαστεί και σε διάστημα δύο ημερών ετοίμασε τα σχέδια του οχυρού στο Μπιζάνι και ιδιαίτερα εκείνου με την ονομασία Σκύλλα, το οποίο δημιουργούσε τα περισσότερα προβλήματα στους Έλληνες. Με τη βοήθεια ενός χωρικού (ίσως γυναίκας) τα σχέδια κατέληξαν στην πλευρά των απελευθερωτών και ήταν μείζονος σημασίας η συμβολή τους. Μάλιστα, κάποιες πηγές αναφέρουν πως οι πληροφορίες που έδωσε, ήταν κωδικοποιημένες με ένα έξυπνο σύστημα που αντιστοιχούσε αριθμούς με γράμματα.

Όταν οι Έλληνες μπήκαν στην πόλη των Ιωαννίνων μετά από αποφασιστικές κινήσεις του ταγματάρχη Βελισσαρίου, ο Εσάτ Πασάς υπέγραψε την παράδοση της πόλης και πολλοί Τούρκοι στρατιωτικοί αιχμαλωτίστηκαν. Εξαίρεση δεν αποτέλεσε ο Νικόλαος Μιζαντζιόγλου, όπως πιθανολογείται ότι ήταν το πραγματικό του όνομα του Νικολάκη Εφέντη (υπάρχουν και πηγές που αναφέρουν το επώνυμο ως Τσεπτσίδης). Ο πληροφοριοδότης δεν ζήτησε κανένα αντάλλαγμα πέρα από το να διατηρηθεί η μυστικότητα της πράξης του, φοβούμενος για την τύχη της οικογένειάς του έτσι και μαθευόταν η πράξη του. Υπάρχουν πληροφορίες πως στην Άγκυρα ζούσαν πέντε αδερφές του. Συμμετείχε μαζί με άλλους αιχμαλώτους σε ένα πρόγραμμα ανταλλαγής και έτσι κατέληξε στη Σμύρνη.
Δυστυχώς, είχε άδοξο τέλος και για αυτό ευθύνεται κάποιος δημοσιογράφος της εποχής ονόματι Κοντοφώτης, ο οποίος μέσα στον ενθουσιασμό της νίκης δημοσίευσε ένα άρθρο στην εφημερίδα Πατρίς προς τιμήν του. Η δράση του έτσι μαθεύτηκε, τα νέα διαδόθηκαν και ο Νικολάκη Εφέντης βρήκε μαρτυρικό θάνατο στα χέρια των Τούρκων μαζί με την υπόλοιπη οικογένειά του.
Στα Γιάννενα η κεντρική οδός Παπαδοπούλου, στην οποία στεγάζεται το Καμπέρειο Θέατρο, έχει πια μετονομαστεί σε Νικολάκη Εφέντη προς τιμήν του άντρα που συνέβαλε τα μέγιστα ώστε να καμφθεί η Τουρκική άμυνα της πόλης.
