Μία ημέρα μόλις πριν την πρεμιέρα της πολυαναμενόμενης παράστασης του ΔΗΠΕΘΕ “Φυγόδικος δεν ήμουν” η Γιαννιώτισα ηθοποιός Ελένη Στεργίου μιλά στο Ioanninaabout.gr σε μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης.
Σε ευχαριστούμε πολύ που μας παραχωρείς αυτή τη συνέντευξη. Θα θέλαμε αρχικά να μας πείς λίγα λόγια για σένα;
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στα Γιάννενα, έζησα εδώ μέχρι τα 17 μου. Σπούδασα στο Τμήμα Μηχανικών Σχεδίασης Προϊόντων και Συστημάτων, στη Σύρο και στη συνέχεια έκανα ένα μεταπτυχιακό. Μετά τις σπουδές μου αποφάσισα να ασχοληθώ με το θέατρο. Στα Γιάννενα, όταν ήμουν μικρή, η μητέρα μου με είχε γράψει σε έναν καλλιτεχνικό όμιλο όπου ζωγράφιζα, μάθαινα να παίζω πιάνο και πολλές φορές πηγαίναμε μαζί και παρακολουθούσαμε θεατρικές παραστάσεις. Αργότερα στη Σύρο, ήρθα σε επαφή με μια θεατρική ομάδα. Ταξίδευα συχνά στην Αθήνα, για να παρακολουθώ παραστάσεις, καθώς μου άρεσαν πολύ. Με γοήτευσε πάρα πολύ μια παράσταση που είδα και ένιωσα εκείνη τη συγκεκριμένη μέρα ότι δεν ήθελα να είμαι στη θέση του θεατή, αλλά να ανέβω πάνω στη σκηνή και να παίξω κι εγώ μαζί τους ηθοποιούς. Τότε κατάλαβα ότι είμαι ένας άνθρωπος που μου αρέσει η «έκθεση» και αποφάσισα ότι θα κάνω επάγγελμα, αυτό που μου αρέσει και με γοητεύει.
Αν έπρεπε να περιγράψεις την παράσταση «Φυγόδικος δεν ήμουν» σε κάποιον που δεν έχει καμία ιδέα για το έργο, τι θα του έλεγες; Πες μας λίγα λόγια για το έργο.
Θα σας διηγηθούμε μία ερωτική ιστορία μέσα από την οποία θα δούμε τι τραύματα έχει αφήσει ο εμφύλιος στις ψυχές των ανθρώπων. Το έργο είναι ερωτικό, κοινωνικό και πολιτικό. Μέσα από την μεγάλη ιδέα του έρωτα δύο νέων με διαφορετικά πολιτικά background ξεδιπλώνεται η Ιστορία της Ελλάδας. Το έργο Κάνει ένα ταξίδι στον χρόνο από την Χούντα στον εμφύλιο και φτάνει στο σήμερα. Βλέπουμε πώς ο εμφύλιος έχει δηλητηριάσει την ελληνική κοινωνία. Οι βαθιές πεποιθήσεις των ανθρώπων, δημιουργούν εμμονές και αποτρέπουν τους ανθρώπους να επικοινωνήσουν να αγαπήσουν και να αγαπηθούν. Οι σχέσεις των ανθρώπων κρέμονται από μια λεπτή κλωστή. Γιατί ενώ είναι τόσο εύκολο να συμφιλιωθούμε επιλέγουμε να μείνουμε ξένοι; Είναι ένα έργο που σου μιλάει για την ανάγκη του ανθρώπου για συμφιλίωση και το κάνει με έναν τρόπο που με συγκινεί γιατί δεν κουνάει το δάχτυλο. Μιλάει με αποδοχή και αγάπη για τον άνθρωπο που δεν έχει μόνο μια πλευρά, αλλά πολλές. Αυτό με συγκινεί. Ότι δεν δικάζει αλλά κατανοεί την ανθρώπινη φύση και τις αντιφάσεις της.

Υπάρχουν στοιχεία του χαρακτήρα που υποδύεστε με τα οποία νιώσατε ότι ταυτίζεστε ως άνθρωπος ή ως καλλιτέχνης;
Εχω συνδεθεί με όλους τους χαρακτήρες του έργου. Ο καθένας έχει το δικό του δίκιο. Δεν μπορούν να ορίσουν τις ζωές τους οι ίδιοι. Από ένα λάθος , από μια έλλειψη επικοινωνίας από μια επιλογή δική τους, της φύσης, της μοίρας, από τις αγκυλωσεις της κοινωνίας και πάνω απ’ όλα της πολιτικης καταστασης της εποχής αποτυγχάνουν να σχετιστούν και να ζήσουν τη ζωή που ονειρεύτηκαν να ζήσουν. Αγαπώ πολύ τον ρόλο της Εριφύλης, βρίσκω πολλά κοινά με εμένα την ιδια. Την έχω συμπονέσει και την έχω δικαιολογήσει για όλα όσα επέλεξε να κάνει και να είναι με τα λάθη της και τα σωστά της. Ήρθε αντιμέτωπη με όλες τις πλευρές της και τις αποδέχτηκε, άκουσε την καρδιά της ή τη φωνή της νιότης της που πάντα σε σπρώχνει σε εκείνο το υπέροχο άγνωστο με λιγότερο φόβο λόγω άγνοιας.
Φεύγοντας από την αίθουσα, τι θέλεις να πάρει μαζί του ο θεατής; Ένα συναίσθημα, μια σκέψη ή ίσως ένα ερώτημα;
Θα ήθελα βγαίνοντας από το θέατρο να πάρει τηλέφωνο, χωρίς δεύτερη σκέψη, τους ανθρώπους που έχει τσακωθεί, μισήσει, στενοχωρήσει και να τους πει «… έλα πάμε για έναν καφέ, δεν έχουμε τίποτα να χωρίσουμε…»

Τέλος θα θέλαμε να μας πείς τι θα έλεγες στο κοινό των Ιωαννίνων για να το προτρέψεις να έρθει να παρακολουθήσει το έργο;
Είναι μια παράσταση που πρωταγωνιστεί η Ήπειρος. Είναι η ιστορία του τόπου μας και των προγόνων μας, ειπωμένη από τη Γιαννιώτισσα συγγραφέα Ισμήνη Καρυωτάκη με τρυφερότητα. Είναι μια ιστορία που μπορεί να ξεκινάει από την Ήπειρο όμως αφορά όλη την ελληνική κοινωνία. Τα Γιάννενα, οι μαρκίζες του σινεμά «Ορφέας» και οι νουγκατίνες απ’ το «Διεθνές», η ετήσια παρέλαση της 21ης Φεβρουαρίου και η επίσκεψη της Βασίλισσας Φρειδερίκης το ’48 στην Κόνιτσα, η Χαράδρα του Αώου κι ένα σιδερένιο του γεφύρι, οι δύσβατες κορφές της Νεμέρτσικας και ένα γυναικείο μοναστήρι της Ηπείρου, οι άνθρωποι της πόλης και οι ιστορίες τους είναι λίγα μόνο από τα υλικά που συνθέτουν αυτό το υπέροχο κείμενο και την παράστασή μας.
